προῦμορ: εἶδος σικύουorσύκου(οἴκουcod.), Hsch. (prob. forπρού<ι>μορ,=πρώϊμος).
προῦμορ:
Gloss
προῦμορ: εἶδος σικύου or σύκου ( οἴκου cod.), Hsch. (prob. for πρού<ι>μορ ,= πρώϊμος ).
προῦμορ: εἶδος σικύου or σύκου ( οἴκου cod.), Hsch. (prob. for πρού<ι>μορ ,= πρώϊμος ).
προῦμορ: εἶδος σικύουorσύκου(οἴκουcod.), Hsch. (prob. forπρού<ι>μορ,=πρώϊμος).