προφερής,ές, (προφέρω) poet.Adj.,
A. carried before, placed before, excelling, c. gen., ἀλλάων προφερής τ' ἦν πρεσβυτάτη τε
Hes. Sc. 260
: Hom. only Comp. (exc. Sup. , ἅλματι . . πάντων προφερέστατος
Od. 8.128
),more excellent, τῶν δ' ἄλλων ἐμέ φημι πολὺ προφερέστερον εἶναι
Od. 8.221
: c. dat. rei, βίῃ προφερέστερος
21.134
: c.inf., [ ἡμίονοι] βοῶν προφερέστεραί εἰσιν ἑλκέμεναι
Il. 10.352
: Sup. , προφερεστάτη ἐστὶν ἁπασέων
Hes. Th. 79
, 361 (where it is commonly interpretedeldest); ἀνὴρ προφερέστατος ἀνδρῶν
IG 14.935