προχειρ-ίζω,
A. make πρόχειρος,deliver up,-κεχειρικέναι τινὰ ἐπὶ τὸ(fort.τῷ) τὴν τιμωρίαν δοῦναι
Din. 3.14
:— Pass. , mostly inpart.,taken in hand, undertaken, τὸν προκεχειρις μένον λόγον
Pl. Lg. 643a
; προκεχειρισμένα καὶ ἑτοῖμα ἀγαθά
D. 7.33
.
2. produce,ὡς ἴδια αὐτοὶ ἀφ' ἑαυτῶν π. Iamb. Comm.Math. 11 .
II. more freq. in Med.
προχειρίζομαι,fut.
-χειριοῦμαι
Ar. Ec. 729
:—make ready for oneself, mobilize,προχειριοῦμαι κἀξετάσω τὴν οὐσίανAr.l.c.;δύναμιν, στρατόπεδα, D. 4.19 , Plb. 1.16.2 , 3.107.10 ; ἐσθῆτα
Luc. Merc.Cond. 14