LSJπροχειρ-ογράφοςGlossπροχειρ-ογράφος [ ᾰ], ὁ , perh. = προχειράριος , PTeb. 112.116 (ii B.C.) .προχειρ-ογράφος[ᾰ],ὁ , perh.A.= προχειράριος , PTeb. 112.116(ii B.C.).ReferencesPTeb. 112.116