πρόωφος: πρόσκοπος, Hsch.
προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ, Id.πρύανος: νέος, Id.
πρόωφος: πρόσκοπος , Hsch. προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ , Id. πρύανος: νέος , Id.
πρόωφος: πρόσκοπος, Hsch.
προωχὴς ἵππος: ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν μετέωρος καὶ τῷ ἀναστήματι καὶ τῇ ἱππασίᾳ, Id.πρύανος: νέος, Id.