πρυμν-ήσιος,α,ον,
A. of a stern, κάλως
E. HF 479
.
II. mostly neut. pl.πρυμνήσια(sc.δεσμά),stern-cables, κατὰ . . π. ἔδησαν
Il. 1.436
; ἀνάψαι
Od. 9.137
; ἀνά . . π. λῦσαι
9.178
, cf. 2.418 , al.: metaph., ἐν σοὶ τἀμὰ βίου πρυμνήσι' ἀνῆπται
AP 12.159
( Mel. ),cf. PMag.Berol. 1.346 .