πρωτ-εῖον,τό, (πρωτεύω)
A. chief rank, first place, τὸ π. ἔχειν
D. 10.74
, cf. 18.321 , D.S. 1.2 , etc.: mostly pl.,first prizeorplace, Pl. Phlb. 22e , 33c , D. 18.66 , Longin. 34.1 ; τὰ π. τῆς ἀγωγῆς
Phld. Sto. 339.11
; τὰ π. φέρεσθαι
D.H. Comp. 24
; τῶν π. ὀρέγεσθαι
D.S. 17.54
; τινὶ τὰ π. τῆς ἡγεμονίας παρασχέσθαι
Agath. 3.2
.