LSJπρωτ-εξάδελφοςGlossπρωτ-εξάδελφος [ ᾰ], ὁ ,= αὐτανέψιος , Thom.Mag. p.361 R.πρωτ-εξάδελφος[ᾰ],ὁ ,=αὐτανέψιος, Thom.Mag. p.361 R.