LSJπταλόν:Glossπταλόν: ἐφ' ᾧ ἡ σταφυλὴ πατεῖται , Hsch. (leg. πύαλον ).πταλόν: ἐφ' ᾧ ἡ σταφυλὴ πατεῖται, Hsch. (leg.πύαλον).