LSJἀνοικ-ῆ:Glossἀνοικ-ῆ: παρὰ τὸ εἰκὸς εἰρημένον, EM 110.55 , cf. Hsch. s.v. ἀνοκηδεολόγον.ἀνοικ-ῆ: παρὰ τὸ εἰκὸς εἰρημένον,EM 110.55 , cf. Hsch.A.s.v. ἀνοκηδεολόγον.