LSJπῠρι-κρότᾰφος:Glossπῠρι-κρότᾰφος: ὁ μετὰ πυρὸς κεκροτημένος σίδηρος , Hsch.πῠρι-κρότᾰφος: ὁ μετὰ πυρὸς κεκροτημένος σίδηρος, Hsch.