LSJπῠρόνGloss* πῠρόν , τό , v. πυρά, τά . πυρόξανθος , v. πυρρόξανθος .*πῠρόν,τό,A.v. πυρά, τά .πυρόξανθος, v. πυρρόξανθος .Related Lemmasπυρόξανθος