πυρπᾰ́λᾰμ-ος,ον,
A. cunningly wrought from fire,π. βέλος, of the thunderbolt, Pi. O. 10(11).80 .
II. πυρπαλάμης: πυρπαλάμους ἔλεγον τοὺς διὰ τάχους τι μηχανᾶσθαι δυναμένους, καὶ τοὺς ποικίλους τὸ ἦθος, Hsch. , cf. Eust. 513.30 ;πυρπαλάμην: ὁ ταχέως τι ἐπινοῶν καὶ παλαμώμενος ἴσα πυρί, Phot. ; cf. foreg.