πύρπνοος,ον, contr.
πυρπᾰλᾰ́μ-πνους,ουν,=πυρίπνοος,
A. fire-breathing, Τυφών
A. Th. 511
, cf. 493 ;ταῦροι, λέαινα, e. Med. 478 , El. 473 (lyr.); χίμαιρα
Anaxil. 22.3
, Epin. 2.10 ;π. βέλος, of lightning, A. Pr. 917 ;βέλεσι πυρπνόου ζάλης, of Etna, ib. 373 .