πωλοδαμν-έω,
A. break young horses, E. Rh. 187 , 624 , X. Oec. 3.10 ; ἵπποι πωλοδαμνηθέντες
Plu. 2.2e
.
2. metaph.,train, αὐτὸν ἐν νόμοις πατρὸς δεῖ πωλοδαμνεῖν
S. Aj. 549
; π. τὴν νεότητα
Luc. Am. 45
; νεότης πωλοδαμνεῖται
Plu. 2.13e
.
break young horses
πωλοδαμν-έω,
A. break young horses, E. Rh. 187 , 624 , X. Oec. 3.10 ; ἵπποι πωλοδαμνηθέντες
Plu. 2.2e
.
2. metaph.,train, αὐτὸν ἐν νόμοις πατρὸς δεῖ πωλοδαμνεῖν
S. Aj. 549
; π. τὴν νεότητα
Luc. Am. 45
; νεότης πωλοδαμνεῖται
Plu. 2.13e
.