ἀβίοτος,ον,
A. making life unliveable,
κατακονὰ ἀ. βίου, ἀ. βίου τύχα
E. Hipp. 821
, 868 ; βίοτος
AP 9.574
( v.l. κοὐ βίοτον ).
making life unliveable,
ἀβίοτος,ον,
A. making life unliveable,
κατακονὰ ἀ. βίου, ἀ. βίου τύχα
E. Hipp. 821
, 868 ; βίοτος
AP 9.574
( v.l. κοὐ βίοτον ).