πωτ-άομαι, Ep.
impf.
A.
πωτῶντο
Il. 12.287
: Dor.
fut. πωτάομαι [ᾱ] Ar. Lys. 1013 :aor.
ἐπωτήθην
AP 7.699
, (ἐξ-) Babr. 12.1 :—poet. Frequentat. ofποτάομαι,fly about, λίθοι πωτῶντο
Il.
l.c.; σπινθαρίδες
h.Ap. 442
; ψυχαὶ ἀσεβέων . . πωτῶνται ἐν ἄλγεσι
Pi. Fr. 132.1
(sed leg.ποτῶνται) ; πωτῶντο . . μέλισσαι
Theoc. 7.142