ἀνομ-ία, Ion.
-ιη, ἡ,
A. lawlessness, lawless conduct,opp.δικαιοσύνη,
Hdt. 1.96 , 97 ; ἀ. νόμων κρατεῖ
E. IA 1095
(lyr.); ἀ. ἀμύνειν
Antipho 4.1.7
; ἀ. ὀφλισκάνειν
E. Ion 443
; ἀντὶ αὐτονομίας . . εἰς ἀνομίας ἐμπίπτειν
Isoc. 6.64
, cf. Plu. 2.755b ; ζῆν ἐν πάσῃ ἀναρχίᾳ καὶ ἀ.
Pl. R. 575a
.
2. the negation of law,opp.νόμος,
D. 24.152 .