LSJῥησί-αρχοςGlossῥησί-αρχος [ῐ] , f.l. in Suid. for ῥησός: ἀρχός , v. ῥησός .ῥησί-αρχος [ῐ],f.l. inSuid. forῥησός: ἀρχός,A.v. ῥησός .