LSJῥησόςGlossῥησός , ὁ , = ἀρχός, ὃς αἱρέσει (dub.l.) τὰ θέσφατα , Epich. 205 .ῥησός,ὁ,A.= ἀρχός, ὃς αἱρέσει (dub.l.)τὰ θέσφατα, Epich. 205 .ReferencesEpich. 205