ῥίν-ημα[ῑ],ατος,τό,(ῥινέω)
A. that which is filed off, filings, in sg. and pl., χαλκοῦ
Hp. Mul. 1.78
, Herod. 7.81 ; ἀργύρου
S.E. P. 1.129
; ἐλέφαντος τοῦ ὀδόντος
Aret. CD 2.13
; πριστοῖσι λόγχης . . ῥινήμασιν
E. Fr. 724
.
II. an eyesalve, Gal. 12.778 .