ῥοβδεῖ: ἀναρριπτεῖ μετ' ἤχους, Hsch. (cf.ῥοιβδέω).ῥόβιλλος: βασιλίσκος ὄρνις, Id.ῥοβλεῖ: ῥοφεῖ, πνεῖ, Id.ῥοβοπώλης,
A.
v. ῥωποπώλης .ῥόγαν: τὸν φονέα, τὸν αὐτόχειρα, Id.ῥόγαν: ῥῶγα, Id.ῥογεῖ: ὀργᾶ, ἀκμάζει, δαμάζει, Id.
ῥοβδεῖ: ἀναρριπτεῖ μετ' ἤχους , Hsch. (cf. ῥοιβδέω ). ῥόβιλλος: βασιλίσκος ὄρνις , Id. ῥοβλεῖ: ῥοφεῖ, πνεῖ , Id. ῥοβοπώλης , v. ῥωποπώλης . ῥόγαν: τὸν φονέα, τὸν αὐτόχειρα , Id. ῥόγαν: ῥῶγα , Id. ῥογε
ῥοβδεῖ: ἀναρριπτεῖ μετ' ἤχους, Hsch. (cf.ῥοιβδέω).ῥόβιλλος: βασιλίσκος ὄρνις, Id.ῥοβλεῖ: ῥοφεῖ, πνεῖ, Id.ῥοβοπώλης,
A.
v. ῥωποπώλης .ῥόγαν: τὸν φονέα, τὸν αὐτόχειρα, Id.ῥόγαν: ῥῶγα, Id.ῥογεῖ: ὀργᾶ, ἀκμάζει, δαμάζει, Id.