ἀνόνητος, Dor.
ἀνομό-ᾱτος,ον,
A. unprofitable,
περισσὰ κἀνόνητα σώματα
S. Aj. 758
;ὦπολλὰ λέξας . . κἀνόνητ' ἔπη v.l.ib. 1272 ; ἀ. γάμος
E. Or. 1501
(lyr.), cf. Hel. 886 ; ἀ. γίγνεσθαι
D. 9.40
, cf. Plu. 2.248a ; τινί
Arist. EN 1095a9
, cf. Pol. 1334b40 ; ἄργυρον εἰς ἀνόνατα ῥέοντα
Cerc. 4.4
:—neut. pl.ἀνόνηταis freq. in E. asAdv.,in vain,as Hec. 766 , Alc. 412 (lyr.), al.; ἀνόνητα πονεῖν
Pl. R. 486c
: regul.Adv.
-τως