ῥοιβδῳδέω,3 sg. pres. ῥοιβδῳδεῖ, glossedμετὰ ῥοίζου σαλεύει, ᾀδεῖ(sic), Theognost. Can. 24 ;ῥοιβδῳδεῖ(-ώδειcod.): μετὰ ἤχου ᾄδει(ἀηδεῖcod.)ὡς οἱ ποιμένες, Hsch. <ῥο>ιδαμός: ὁ ἀσπάραγος, Id.
ῥοιβδῳδέω
Gloss
ῥοιβδῳδέω , 3 sg. pres. ῥοιβδῳδεῖ , glossed μετὰ ῥοίζου σαλεύει, ᾀδεῖ (sic), Theognost. Can. 24 ; ῥοιβδῳδεῖ ( -ώδει cod.) : μετὰ ἤχου ᾄδει ( ἀηδεῖ cod.) ὡς οἱ ποιμένες , Hsch. < ῥο>ιδαμός: ὁ ἀσπάραγος