LSJῥόμμαGlossῥόμμα , ατος , τό , ̔ῥόφὠ = ῥόφημα , Hp. ap. Gal. 19.135 .ῥόμμα,ατος,τό , ̔ῥόφὠA.= ῥόφημα , Hp. ap. Gal. 19.135 .ReferencesHp.Gal. 19.135