ῥοχθ-έω,
A. dash with a roaring sound, of the sea, ῥόχθει γὰρ μέγα κῦμα ποτὶ ξερόν
Od. 5.402
; προτὶ δ' αὐτὰς [πέτρας] κῦμα μέγα ῥοχθεῖ
12.60
;ὑπὸ κύματι πέτραι ῥόχθεον sounded with the dashingof the waves, A.R. 4.925 ; ῥοχθεῦσιν δὲ κάλωες
Opp. H. 1.228
.—Cf.ὀρεχθέω.