LSJἀνόρεοςGlossἀνόρεος [ᾱ] , α , ον , ̔ἀνήῤ = ἀνδρεῖος, πόλεμος S. Fr. 436 .ἀνόρεος [ᾱ],α,ον , ̔ἀνήῤA.= ἀνδρεῖος, πόλεμοςS. Fr. 436 .ReferencesS. Fr. 436