ῥυπ-άω, Ep.
ῥῠπόω,
A. to be filthy, slovenly, μάλα περ ῥυπόωντα καθῆραι
Od. 6.87
; ῥωγαλέα, ῥυπόωντα
13.435
; ἦ ὅτι δὴ ῥυπόω
19.72
; νῦν δ' ὅττι ῥυπόω
23.115
; ῥυπόωντα δὲ ἕστα χιτῶνα
24.227
; ῥυπῶντα, κυφόν, ἄφλιον
Ar. Pl. 266
; of the habits of Spartans and philosophers, ἐρρύπων, ἐσωκράτων
Ar. Av. 1282
; τοὺς Πυθαγοριστὰς . . ῥυπᾶν ἑκόντας