ἄνορμος,ον,
A. without harbour,
πέτραι
Anon.
ap. Suid.
s.v. λισσάδας πέτρας : metaph., ὑμέναιον ὃν δόμοις ἄνορμον εἰσέπλευσας
S. OT 423
.
without harbour,
ἄνορμος,ον,
A. without harbour,
πέτραι
Anon.
ap. Suid.
s.v. λισσάδας πέτρας : metaph., ὑμέναιον ὃν δόμοις ἄνορμον εἰσέπλευσας
S. OT 423
.