ῥῶπος,ὁ,
A. petty wares, ὅστις ῥῶπον ἐξάγει χθονός
A. Fr. 263
; ὁ ῥ. ὃν σὺ περιφέρεις
Diph. 55
;ἄπρατον εἶναι τὸν ῥ. D. 34.9 ;ἔλαιον καὶ ἄλλον ναυτικὸν ῥ. Arist. Mir. 844a19 ; ὑαλᾶ σκεύη καὶ ἄλλος ῥ. τοιοῦτος
Str. 4.5.3
, cf. 8.6.16 .
2.
= μεῖγμα χρώματος , Sch. Porph. Abst. 4.3 .