ῥῶσις,εως,ἡ, (ῥώννυμι)
A. strengthening, trength, ῥ. καὶ θρέψις σωμάτων
S.E. M. 11.97
; ῥῶσιν εὔξασθαί τινι
OGI 206
(Nubia, ii oriii A.D.);κοινὴν ἅπασι πορίζεται ῥῶσινChor.in Lib. 4p.524R.
2. encouragement,τοῦ ἝκτοροςSch. Il. Oxy. 1087 i 13 .
3. violence, τοῦ πάθους
Porph. Abst. 1.38
;preponderance, τοῦ χείρονος ἤθους
Plot. 3.4.3
.