ἀβίυκτον(-ηκ-cod.): ἐφ' οὗ οὐκ ἐγένετο βοὴ ἀπολλυμένου,
Hsch. (Forἀϝίυκτον,cf.ἰύζω.)
ἀβίυκτον ( -ηκ- cod.) : ἐφ' οὗ οὐκ ἐγένετο βοὴ ἀπολλυμένου, Hsch. (For ἀϝίυκτον, cf. ἰύζω. )
ἀβίυκτον(-ηκ-cod.): ἐφ' οὗ οὐκ ἐγένετο βοὴ ἀπολλυμένου,
Hsch. (Forἀϝίυκτον,cf.ἰύζω.)