ἀνόσιος,ον, more rarelyα,ον
E. Tr. 1316 (lyr.), Aeschin. 2.157 (dub.), and later:—
A. unholy, profane,opp.ἄδικος,asὅσιοςtoδίκαιος(v. ὅσιος
1.1
), of persons, A. Th. 611 , S. OT 353 , etc.; ἀ. ὁ θεομισής
Pl. Euthphr. 7a
; ἄδικος καὶ ἀ.
Id. Grg. 505b
.
2. of things,ἔργον, μόρος, στόμα,etc., Hdt. 2.114 , 3.65 , S. OC 981 , etc.; αὐδῶν ἀνόσι' οὐδὲ ῥητά μοι
Id. OT 1289
; ἀνόσια πάσχειν
Antipho 2.4.7
; ἀσεβὲς μηδὲν μηδὲ ἀ.
X. Cyr. 8.7.22
; οὐ μόνον ἄνομον ἀλλὰ καὶ ἀ.