ἀνοσιότης,ητος,ἡ,
A. unholiness, wickedness, v.l. in
Pl. Euthphr. 5d ; ἀ. καὶ δεινότης τῶν πεπραγμένων
Isoc. 12.121
.
unholiness, wickedness,
ἀνοσιότης,ητος,ἡ,
A. unholiness, wickedness, v.l. in
Pl. Euthphr. 5d ; ἀ. καὶ δεινότης τῶν πεπραγμένων
Isoc. 12.121
.