σαίρω(B),aor. 1 ἔσηρα(v. infr.),
A. sweep, clean, σαίρειν τε δῶμα
E. Hec. 363
; σαίρειν στέγας
Id. Cyc. 29
, cf. Hyps.Fr. 1 ii 17 (lyr.); μυρσίνας ἱερὰν φόβαν, ᾇ σαίρω δάπεδον θεοῦ
Id. Ion 121
, cf. 115 (both lyr.).
2. sweep uporaway, πᾶσαν κόνιν σήραντες
S. Ant. 409
: metaph., τὰμ . . πορτ' ἀλλάλονς διαφορὰν καὶ ἀμειξίαν σᾶραι
BCH 29.204
(Crete).