σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον, Hsch.
σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά, Id. (cf.σαρδών).σαρωνίζω,=διασαρωνίζω, Id. (σαρκ-cod.).
σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον , Hsch. σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά , Id. (cf. σαρδών ). σαρωνίζω ,= διασαρωνίζω , Id. ( σαρκ- cod.).
σάρων: λάγνος, τινὲς δὲ τὸ γυναικεῖον, Hsch.
σαρῶνες: τὰ τῶν θηρατῶν λινά, Id. (cf.σαρδών).σαρωνίζω,=διασαρωνίζω, Id. (σαρκ-cod.).