σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι, Hsch.
σαυτορία: σωτηρία, Amerias ap. Hsch.
σαυτοῦ,
A.
v. σεαυτοῦ .σαυχμόν: σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές, Hsch.
σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι , Hsch. σαυτορία: σωτηρία , Amerias ap. Hsch. σαυτοῦ , v. σεαυτοῦ . σαυχμόν: σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές , Hsch.
σαυσιαλεῖ: μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι, Hsch.
σαυτορία: σωτηρία, Amerias ap. Hsch.
σαυτοῦ,
A.
v. σεαυτοῦ .σαυχμόν: σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές, Hsch.