σειραῖος,α,ον, (σειρά)
A. joined by a cordorband,ἵππος ς.,=σειραφόρος, S. El. 722 ; δυσὶ γὰρ ἵπποις . . τρίτος παρείπετο ς . . . ῥυτῆρσι συνεχόμενος
D.H. 7.73
;νῶτα σειραίον(sc.ἵππου) cj. forσειρίουin E. Fr. 779.8 ;ς. ἱμάςtheattachingtrace of the horse, Poll. 1.148 ; cf.ὑποσειραῖος.
2. of cord, twisted, βρόχοι
E. HF 1009
; μήρινθος
Orph. A. 241
.