Σειρήν,ῆνος,ἡ,Siren; in pl.,Σειρῆνες,αἱ ,Sirens, Od. 12.39 , al., cf. Sch.ad loc.; Ep. dual gen.Σειρήνοιινib. 52 , 167 ;
A.
πτεροφόροι νεανίδες . . Σειρῆνες
E. Hel. 169
(lyr.), cf. Fr. 911 (lyr.); Σειρὴν . . τὰ σκέλη δὲ κοψίχου
Anaxil. 22.20
; cf. ἁρπυιόγουνος; σειρῆνα κόμπον . . ὃς Ζεφύρου σιγάζει πνοάς
Pi. Parth. 2.13
, cf. Hes. Fr. 69 ; ἐπὶ τῶν κύκλων [τοῦ ἀτράκτου] . . ἐφ' ἑκάστου βεβηκέναι Σειρῆνα . . φωνὴν μίαν ἱεῖσαν
Pl. R. 617b
(henceσειρῆνες: τὰ ἄστρα,Lex.Rhet.ap. Eust. 1709.54 , cf. Theo Sm. p.146H. ); as a grave-ornament, στᾶλαι καὶ Σειρῆνες ἐμαί
AP 7.710
(Erinna), cf. 491 ( Mnasalc. ).