σελῑ́ν-ῐνος,ον,
A. of celery,τράπεζας σελινίνουςTz.ad Lyc. 1232 (butσελιγνίας wheaten(acc. pl.) seems prob.: vv.ll.σελινίας, σελινίνας); ς. [ἔλαιον] cj. in Sor. 2.24 (σελήνουcod.).
of celery
σελῑ́ν-ῐνος,ον,
A. of celery,τράπεζας σελινίνουςTz.ad Lyc. 1232 (butσελιγνίας wheaten(acc. pl.) seems prob.: vv.ll.σελινίας, σελινίνας); ς. [ἔλαιον] cj. in Sor. 2.24 (σελήνουcod.).