σεωυτοῦ, fem.σεωυτῆς, etc., Ion. forσεαυτοῦ(q.v.).σῆ: τρέχε, Hsch. ( Lacon. ,=θεῖ).σηδόν: γλαυκὸν ἔλαιον, Id.σηδρακεῖ: κτυπεῖ, Id.
σεωυτοῦ
Gloss
σεωυτοῦ , fem. σεωυτῆς , etc., Ion. for σεαυτοῦ (q.v.). σῆ: τρέχε , Hsch. ( Lacon. ,= θεῖ ). σηδόν: γλαυκὸν ἔλαιον , Id. σηδρακεῖ: κτυπεῖ , Id.