σηκάζω, (σηκός)
A. shut up in a pen,καί νύ κε σήκασθεν(forἐσηκάσθησαν) κατὰ Ἴλιον ἠύ̈τε ἄρνες
Il. 8.131
; ὥσπερ ἐν αὐλίῳ σηκασθέντες
X. HG 3.2.4
; σηκάζειν πυρούς τε καὶ ἀστάχυας κατ' ἀλωάς
Orph. Fr. 268
.
shut up in a pen
σηκάζω, (σηκός)
A. shut up in a pen,καί νύ κε σήκασθεν(forἐσηκάσθησαν) κατὰ Ἴλιον ἠύ̈τε ἄρνες
Il. 8.131
; ὥσπερ ἐν αὐλίῳ σηκασθέντες
X. HG 3.2.4
; σηκάζειν πυρούς τε καὶ ἀστάχυας κατ' ἀλωάς
Orph. Fr. 268
.