σησᾰμό-εις,εσσα,εν,
A. of sesame, ἐδέσματα
Hp. Aff. 47
; σησαμοῦς ἄρτος
Sor. 1.115
.
II. asSubst.( contr. )σησαμοῦς(sc.πλακοῦς)sesame-cake, Ar. Ach. 1092 , Th. 570 .
of sesame
σησᾰμό-εις,εσσα,εν,
A. of sesame, ἐδέσματα
Hp. Aff. 47
; σησαμοῦς ἄρτος
Sor. 1.115
.
II. asSubst.( contr. )σησαμοῦς(sc.πλακοῦς)sesame-cake, Ar. Ach. 1092 , Th. 570 .