σῆσις,εως,ἡ, (σήθω)
A. sifting, Suid. : Dor.
σᾶσις,τοῦ κονίματος τᾶς γᾶς τὰν σᾶσιν Ἄσανδρος[sc.ἐπρίατο] BCH 23.566 (Delph.).
sifting
σῆσις,εως,ἡ, (σήθω)
A. sifting, Suid. : Dor.
σᾶσις,τοῦ κονίματος τᾶς γᾶς τὰν σᾶσιν Ἄσανδρος[sc.ἐπρίατο] BCH 23.566 (Delph.).