σῑγ-ή, Dor.
σιγά,ἡ,
A. silence,ς. ἔχεινkeepsilence, Hdt. 1.86 ;ς. ποιήσασθαιmakesilence, Id. 6.130 ; παρέχειν
S. Tr. 1115
, etc.; ς. φυλάσσετε
E. IA 542
; ς. τῶνδε θήσομαι πέρι
Id. Med. 66
; γύναι, γυναιξὶ κόσμον ἡ ς. φέρει
S. Aj. 293
; κόσμος ἡ ς. τε καὶ τὰ παῦρ' ἔπη
Id. Fr. 64
; ὦ παῖ, σιώπα: πόλλ' ἔχει ς. καλά
Id. Fr. 81
;πολλῶν φάρμακον κακῶν ς. Carc. 7.2 ;δυσμενὴς τῇ ς. Hdt. 7.237 ;ἡ ἄγαν ς. S. Ant. 1251 , cf. 1256 : pl., σιγαὶ ἀνέμων
E. IA 10