ἀντᾰμείβομαι,
A. exchangeone thingwithanother, ὅταν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομόν
Archil. 74.7
.
II. c.acc. pers.,repay, requite, punish,
ἀνταμείβεσθαί τινα κακοῖς
Id. 65
; κακαῖσι ποιναῖς
A. Pr. 225
; παθὼν κακῶς κακοῖσιν ἀντημείβετο
Id. Th. 1054
; ἀνταμειψόμεσθά ς' ὥσπερ εἰκὸς ἀντὶ τῶνδε
Ar. Th. 723
.
III. answer again,
τοῖσδε
Hdt. 9.79