LSJσίσιλλος:Glossσίσιλλος: νόσημα, καθάπερ σκωληκίασις, καὶ ζῷόν τι , Hsch. σισίνδιος: γέρων , Id.σίσιλλος: νόσημα, καθάπερ σκωληκίασις, καὶ ζῷόν τι, Hsch.σισίνδιος: γέρων, Id.Related Lemmasσισίνδιος: