σίσυρος: γράμματος(leg.ῥάμμ-)εἶδος, Hsch. ; cf.σίσυρνος.
σίσυρος:
Gloss
σίσυρος: γράμματος (leg. ῥάμμ- ) εἶδος , Hsch. ; cf. σίσυρνος .
σίσυρος: γράμματος (leg. ῥάμμ- ) εἶδος , Hsch. ; cf. σίσυρνος .
σίσυρος: γράμματος(leg.ῥάμμ-)εἶδος, Hsch. ; cf.σίσυρνος.