LSJσῑτηφάγοςGlossσῑτηφάγος [ ᾰ], ον , ̔φαγεῖν̓ = σιτηβόρος, ἀκρίς An.Ox. 1.210 .σῑτηφάγος[ᾰ],ον, ̔φαγεῖν̓A.= σιτηβόρος, ἀκρίςAn.Ox. 1.210 .ReferencesAn.Ox. 1.210