LSJσιφνόςGlossσιφνός , v. σιφλός . σιφνύει: κενοῖ , Hsch. σιφῶμαι: τήκομαι , Id.σιφνός,A.v. σιφλός .σιφνύει: κενοῖ, Hsch.σιφῶμαι: τήκομαι, Id.ReferencesHsch.Related Lemmasσιφνύει:σιφῶμαι: